-Κάποτε πίστεψα απόλυτα τους γύρω μου και πόνεσα πολύ, μου είπε με την χαμηλής έντασης φωνή της.
- Κάποτε στάθηκα αφελής, πίστεψα τους ανθρώπους και εξέθεσα την ψυχή μου μπροστά τους σαν ανοιχτό βιβλίο, σαν απάντηση γι αυτό, εκείνοι κηλίδωσαν με κόκκινη μπογιά τις ολόλευκες σελίδες μου, άρπαξαν με βία τα λεπτά μου φύλλα και τα έσκισαν. Έτσι αποφάσισα να δέσω το βιβλίο της ψυχής μου με σκληρά εξώφυλλα, τοποθέτησα επάνω τους σιδερένιους κρίκους και τους ασφάλισα με ένα βαρύ λουκέτο.
- Μα οι άνθρωποι, δεν είμαστε όλοι ίδιοι , της είπα χαμηλόφωνα προσπαθώντας να της αλλάξω γνώμη. - Υπάρχουν φυσικά άσχημες ψυχές όπως υπάρχει το σκοτάδι, μα υπάρχουν και όμορφες όπως υπάρχει το φώς. Σίγουρα κάπου στον κόσμο μας υπάρχουν πολλοί ικανοί και έτοιμοι να κάνουν και πάλι εκείνο το ταξίδι της αγνότητας. Αυτό που οι περισσότεροι μοιάζει να έχουν αφήσει για πάντα πίσω τους, ξεχασμένο στο υπόγειο της μνήμης τους.
- Δεν μπορώ άλλο, μου είπε..... - Έψαξα πολύ, έκανα υπομονή μα η εποχή μας μοιάζει να στερείται από όνειρα κι αγνότητα. Πως μπορώ λοιπόν να εξακολουθήσω να περπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους παραδωμένους στη μικρότητα της σκέψης τους; - Δεν μπορώ να ελπίζω πια.... οι καλλιτέχνες πάγωσαν, οι πένες των ποιητών σώπασαν και το όνομά μου υπάρχει μονάχα ως λέξη σε κάποια ξεχασμένα λεξικά.
Τέλειωσε τα λόγια της και μέσα στα μάτια της είδα δύο κρυστάλλινες σταγόνες να μεγαλώνουν και να πέφτουν στη γή. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα της και το σώμα της αλλού και άρχισε να απομακρύνεται.....αθόρυβα....σχεδόν αέρινα.
Έριξα χαμηλά το βλέμμα μου απογουτευμένος και ως δια μαγείας στο νοτισμένο από τα δάκρυά της χώμα, δύο αγριολούλουδα γεμάτα αγκάθια άρχισαν να φυτρώνουν.
Κοίταξα ακόμα μια φορά τη μορφή που έφευγε και ψιθύρισα, ενώ ήθελα να φωνάξω......
-Αλήθεια, μην χαθέις παντοτινά....υπάρχουν ακόμα κάποιοι που .....σε χρειαζόμαστε.
Η αλήθεια όταν χάθηκε πληγωμένη από το ψέμμα
και έφυγε για κάπου αλλού τη χάρη της να δώσει
Αφού τα μάτια τα γνωστά τώρα μοιάζουν με ξένα
ποιος σας ρωτώ θα μείνει εδώ το όνειρο να σώσει;
--
Τώρα που το όνομά της είναι απλά μια λέξη σε βιβλία
οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια πως στη ζωή να δώσουν
δεν ξέρουν να ξεχωρίζουνε τα σοβαρά απ τα αστεία
και ακόμα και τα χαμόγελα μπορεί να σε πληγώσουν
--
Κι εγώ εδώ μοιάζω με πέννα απόψε στο χαρτί
παρέα με ένα πράσσινο φωτάκι αναμμένο
μικρός κι απόψε είμαι πολύ για να σας πω γιατί
μα δεν πειράζει εχώ μάθει πια καλά να περιμένω
--
Ένας μεγάλος κύκλος άλλωστε είναι η ζωή
και ο κόσμος μας όλος κι αυτός για μένα είναι κύκλος
σαν φτάσει η ώρα της αλλαγής τότε κι εσύ θα δεις
του λάθους το ασχημόπαπο να γίνεται ένας κύκνος.
--
Όταν πια η αλλαγή φτάσει να είναι κοντά
από τα ξένα ίσως εκεί η Αλήθεια να το νοιώσει
και έρθει και πάλι πίσω εδώ στον κόσμο μας ξανά
από τον πόνο τις ψυχές τις άδειες να γλιτώσει.
Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009
Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009
Τηλεορασοποίημα :)
Μέσα από το φωτεινό της ψέμμα είδα, στα μάτια μου να φθάνουν άσχημες εικόνες
Με όσα ανέκαθεν η ζωή ονόμαζε σκουπίδια, μοιάζει στο τώρα μας να φτιάχνουν τους κανόνες.
--
Πόνεσε η ψυχή μου από την τόση υποκρισία, που η ακοή μου δέχτηκε και έπιασε η όραση
γεμάτος με θυμό για του ψεύτικου την ανταρσία, γύρισα την πλάτη μου αηδιασμένος στην τηλεόραση
--
Σκέφτηκα πόσο ο κόσμος δεν μπορεί πια να αντέξει, συναίσθημα αγνό, αλήθεια και ουσία
μα τρέχει να κρυφτεί πίσω από του στερεότυπου την κάθε λέξη, μη δίνοντας στο σοβαρό καμία σημασία.
--
Μα εγώ μικρός πολύ είμαι για να κρίνω, των άλλων τις επιλογές και τις συνήθειες
Κι όταν τα λάθη τα δικά μου τα συγκρίνω, μοιάζω ηττημένος τρομερά απ τις αλήθειες
--
Κι έτσι το δρόμο παίρνω σκεφτικός και πάλι, χωρίς μιλιά μα με ένα βλέμμα τόσο πολύ γεμάτο
Με ένα ερώτημα καυτό, ο δρόμος πού θα βγάλει; απάντηση που λαχταρούν όσοι έφθασαν στον πάτο.
--
Κι εσείς αγαπητοί μου φίλοι ταξιδιώτες, αν θέλετε πραγματικά ο κόσμος μας να αλλάξει
ας ξεκλειδώσουμε όλοι μαζί της σκέψης μας τις πόρτες και σαν αστραπή η ελπίζα μας ας λάμψει.
--
Κι εγώ που ποιητής δεν ξέρω πως να είμαι, σύνταξη δεν γνωρίζω μα ούτε ορθογραφία
μονάχα της ψυχής μου τα κρυφά για σας ανοίγω, και χτίζω με στιχάκια μια ιστορία.
--
Μονάχα ελπίζω η προσπάθειά μου να αξίζει και να μην είναι μόνο λόγια που μόλις διαβαστούν θα σβήσουν,
Κι επιθυμώ οι λέξεις μου σαν μαγικές παλάμες το πιο βαθύ κομμάτι σας να αγγίξουν.
--
Με ένα ποίημα πρόχειρο μα απόλυτα αληθινό, αποφάσισα απόψε να χαρτογραφήσω της σκέψης μου τις ανεξερεύνητες στεριές. Ένα παράπονο, λίγη αυτοκριτική, πολλά όνειρα, άφθονη ελπίδα και έτοιμο το ποίημα. Έτσι απλά.....φυσικά....σε λίγα λεπτά. Δικό σας....Καληνύχτα
Με όσα ανέκαθεν η ζωή ονόμαζε σκουπίδια, μοιάζει στο τώρα μας να φτιάχνουν τους κανόνες.
--
Πόνεσε η ψυχή μου από την τόση υποκρισία, που η ακοή μου δέχτηκε και έπιασε η όραση
γεμάτος με θυμό για του ψεύτικου την ανταρσία, γύρισα την πλάτη μου αηδιασμένος στην τηλεόραση
--
Σκέφτηκα πόσο ο κόσμος δεν μπορεί πια να αντέξει, συναίσθημα αγνό, αλήθεια και ουσία
μα τρέχει να κρυφτεί πίσω από του στερεότυπου την κάθε λέξη, μη δίνοντας στο σοβαρό καμία σημασία.
--
Μα εγώ μικρός πολύ είμαι για να κρίνω, των άλλων τις επιλογές και τις συνήθειες
Κι όταν τα λάθη τα δικά μου τα συγκρίνω, μοιάζω ηττημένος τρομερά απ τις αλήθειες
--
Κι έτσι το δρόμο παίρνω σκεφτικός και πάλι, χωρίς μιλιά μα με ένα βλέμμα τόσο πολύ γεμάτο
Με ένα ερώτημα καυτό, ο δρόμος πού θα βγάλει; απάντηση που λαχταρούν όσοι έφθασαν στον πάτο.
--
Κι εσείς αγαπητοί μου φίλοι ταξιδιώτες, αν θέλετε πραγματικά ο κόσμος μας να αλλάξει
ας ξεκλειδώσουμε όλοι μαζί της σκέψης μας τις πόρτες και σαν αστραπή η ελπίζα μας ας λάμψει.
--
Κι εγώ που ποιητής δεν ξέρω πως να είμαι, σύνταξη δεν γνωρίζω μα ούτε ορθογραφία
μονάχα της ψυχής μου τα κρυφά για σας ανοίγω, και χτίζω με στιχάκια μια ιστορία.
--
Μονάχα ελπίζω η προσπάθειά μου να αξίζει και να μην είναι μόνο λόγια που μόλις διαβαστούν θα σβήσουν,
Κι επιθυμώ οι λέξεις μου σαν μαγικές παλάμες το πιο βαθύ κομμάτι σας να αγγίξουν.
--
Με ένα ποίημα πρόχειρο μα απόλυτα αληθινό, αποφάσισα απόψε να χαρτογραφήσω της σκέψης μου τις ανεξερεύνητες στεριές. Ένα παράπονο, λίγη αυτοκριτική, πολλά όνειρα, άφθονη ελπίδα και έτοιμο το ποίημα. Έτσι απλά.....φυσικά....σε λίγα λεπτά. Δικό σας....Καληνύχτα
Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009
Ένα απόγευμα...
Κοίταξε το ολοκαίνουργιο μπλουζάκι του και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Πάντα ένιωθε καλά όταν αποκτούσε καινούρια πράγματα. Ήταν λες και ο κόσμος του να γινόταν πιο φωτεινός τη στιγμή που νέα αντικείμενα έρχονταν να προστεθούν στην ''περιουσία'' του. Μια μικρή δόση χαράς, που όμως τόσο σύντομα ξεθώριαζε και τον άφηνε και πάλι κενό, μόνο, μετέωρο. Σε μια πραγματικότητα τόσο μπερδεμένη, που δείλιαζε ακόμα και στη σκέψη να βάλει μια τάξη σε αυτό το ανακατεμένο κουβάρι.
Θυμήθικε για λίγο τα παιδικά του χρόνια,χωρίς να ξέρει το λόγο, τότε που τίποτα δεν σκίαζε τη χαρά του και η ξεγνοιασιά έμοιαζε δεδομένη. Πόσο χαζός ήταν που βιαζόταν να μεγαλώσει....να που τελικά μεγάλωσε...και τι κατάλαβε;
Κοίταξε ξανά το μπλουζάκι και διαπίστωσε πως μια κλωστή εξείχε από την κανονική ύφανση. Την τράβηξε απότομα κι εκείνη ολοένα και μεγάλωνε μέχρι που στο τέλος δημιούργησε μία μικρή τρύπα. Δεν θύμωσε όμως....χαμογέλασε. Γιατί για ακόμα μια φορά κατάλαβε πως οι ισορροπίες όταν πρόκειται για πράγματα επιφανειακά ή μικρά, είναι απίστευτα εύθραυστες.
Με μία κίνηση βιαστική πέταξε από πάνω του το ολοκαίνουργιο μα τρυπημένο μπλουζάκι του και έμεινε γυμνός από τη μέση και πάνω. Ξάπλωσε στον δερμάτινο καναπέ του δωματίου και μία ψύχρα τύλιξε το κορμί του όταν το δέρμα του ήρθε σε επαφή με την ψυχρή επιφάνεια του επίπλου. Γρήγορα όμως συνήθισε και άφησε το κεφάλι του να πέσει πίσω με τα μάτια του στραμμένα προς το ταβάνι.
Τα έκλεισε και σκοτάδι βαθύ σκέπασε την όρασή του. Κάθε φορά που το έκανε αυτό χιλιάδες σκέψεις έπαιρναν μορφή μέσα στο συνειδητό του, διαφορετική κάθε φορά. Σήμερα κάτι σαν ομάδα τεράστια, χορευτική, άρχιζε να ταλαντεύεται στο ρυθμό μιας μουσικής φτιαγμένης για την καρδιά και όχι για τα αυτιά του. Συναισθήματα κάθε είδους έριχναν φως στην παράξενη αυτή σκηνή και ένα πλήθος από ερωτήσεις έπαιζε το ρόλο του εκστασιασμένου κοινού αυτού του ξεχωριστού θεάματος. Κι εκείνος στην τελευταία σειρά, σαν απλός παρατηρητής ένοιωθε όλα εκείνα χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.
Σύντομα τα φώτα, η σκηνή, οι χορευτές άρχισαν να σβήνουν και ένας ύπνος χωρίς όνειρα τον σκέπασε. Στιγμές ή ώρες μετά, ξύπνησε και στάθηκε όρθιος. Το φεγγάρι φώτιζε ψηλά στον ουρανό, το πρόσωπό του καθρεφτιζόταν στο τζάμι σαν είδωλο ενός πλάσματος διαφορετικού, έχοντας κάτι από τη χλωμάδα του φεγγαριού στην όψη του. Άγγιξε το σώμα του και μία τρύπα παλιά επάνω στο κόρμι του, του θύμισε πως ακόμα και η ζωή, όπως τα μπλουζάκια φθείρεται, γι αυτό πρέπει να την χαιρόμαστε και να μην την αφήνουμε να περνάει μένοντας απλά παρατηρητές.
Φόρεσε μία νέα μπλούζα, έτρεξε στο μπάνιο και αφού δρόσισε το πρόσωπό του με κρύο νερό ξεχύθηκε με νέα διάθεση στο δρόμο.......
Θυμήθικε για λίγο τα παιδικά του χρόνια,χωρίς να ξέρει το λόγο, τότε που τίποτα δεν σκίαζε τη χαρά του και η ξεγνοιασιά έμοιαζε δεδομένη. Πόσο χαζός ήταν που βιαζόταν να μεγαλώσει....να που τελικά μεγάλωσε...και τι κατάλαβε;
Κοίταξε ξανά το μπλουζάκι και διαπίστωσε πως μια κλωστή εξείχε από την κανονική ύφανση. Την τράβηξε απότομα κι εκείνη ολοένα και μεγάλωνε μέχρι που στο τέλος δημιούργησε μία μικρή τρύπα. Δεν θύμωσε όμως....χαμογέλασε. Γιατί για ακόμα μια φορά κατάλαβε πως οι ισορροπίες όταν πρόκειται για πράγματα επιφανειακά ή μικρά, είναι απίστευτα εύθραυστες.
Με μία κίνηση βιαστική πέταξε από πάνω του το ολοκαίνουργιο μα τρυπημένο μπλουζάκι του και έμεινε γυμνός από τη μέση και πάνω. Ξάπλωσε στον δερμάτινο καναπέ του δωματίου και μία ψύχρα τύλιξε το κορμί του όταν το δέρμα του ήρθε σε επαφή με την ψυχρή επιφάνεια του επίπλου. Γρήγορα όμως συνήθισε και άφησε το κεφάλι του να πέσει πίσω με τα μάτια του στραμμένα προς το ταβάνι.
Τα έκλεισε και σκοτάδι βαθύ σκέπασε την όρασή του. Κάθε φορά που το έκανε αυτό χιλιάδες σκέψεις έπαιρναν μορφή μέσα στο συνειδητό του, διαφορετική κάθε φορά. Σήμερα κάτι σαν ομάδα τεράστια, χορευτική, άρχιζε να ταλαντεύεται στο ρυθμό μιας μουσικής φτιαγμένης για την καρδιά και όχι για τα αυτιά του. Συναισθήματα κάθε είδους έριχναν φως στην παράξενη αυτή σκηνή και ένα πλήθος από ερωτήσεις έπαιζε το ρόλο του εκστασιασμένου κοινού αυτού του ξεχωριστού θεάματος. Κι εκείνος στην τελευταία σειρά, σαν απλός παρατηρητής ένοιωθε όλα εκείνα χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.
Σύντομα τα φώτα, η σκηνή, οι χορευτές άρχισαν να σβήνουν και ένας ύπνος χωρίς όνειρα τον σκέπασε. Στιγμές ή ώρες μετά, ξύπνησε και στάθηκε όρθιος. Το φεγγάρι φώτιζε ψηλά στον ουρανό, το πρόσωπό του καθρεφτιζόταν στο τζάμι σαν είδωλο ενός πλάσματος διαφορετικού, έχοντας κάτι από τη χλωμάδα του φεγγαριού στην όψη του. Άγγιξε το σώμα του και μία τρύπα παλιά επάνω στο κόρμι του, του θύμισε πως ακόμα και η ζωή, όπως τα μπλουζάκια φθείρεται, γι αυτό πρέπει να την χαιρόμαστε και να μην την αφήνουμε να περνάει μένοντας απλά παρατηρητές.
Φόρεσε μία νέα μπλούζα, έτρεξε στο μπάνιο και αφού δρόσισε το πρόσωπό του με κρύο νερό ξεχύθηκε με νέα διάθεση στο δρόμο.......
Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009
Ιστοριούλα...
Ένοιωσε το σώμα του να πονάει από άκρη σε άκρη. Γύρισε και είδε τα μαλλιά του ανακατεμένα με το δροσερό πρωινό χορτάρι, προσπάθησε να κουνηθεί, μα ο πόνος δεν τον άφηνε. Γύρισε με μεγάλη προσπάθεια το κεφάλι του και είδε τον Ηλιακό δίσκο να υψώνεται δυνατός και λαμπερός, νικητής για ακόμα μία φορά επάνω στο σκοτάδι. Χαμογέλασε και το χαμόγελο έφερε πόνο στα χείλη του ενώ γεύση αίματος γέμισε το στόμα του και τον τρόμαξε. Έκλεισε τα μάτια σφιχτά και προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε συμβεί.....
Πετούσε επάνω στα σύννεφα και το χαμόγελό του το έκανε η δύναμη του ανέμου ακόμα πιο πλατύ. Δεν φοβόταν το ύψος, δεν φοβόταν τίποτα, ένοιωθε απαλλαγμένος από φόβους, ανασφάλειες, ανησυχίες.... ήταν αληθινά ελεύθερος. Χωρίς μηχανικά μέσα έσκιζε τον αέρα με το σώμα του και ένοιωθε υπέροχα. Στην πλάτη του δύο μεγάλα φτερά τον έκαναν να πετάει ψηλά και άφηναν καθώς ανοιγαν και έκλειναν, ένα θόρυβο μελωδικό στα αυτιά του. Όλα έμοιαζαν διαφορετικά, η δύναμη άφθονη μέσα του τον έκανε να νοιώθει βασιλιάς καθώς ατένιζε τη Γή από τόσο ψηλά. Ξαφνικά έπαρση γέμισε την ψυχή του και θέλησε να φτάσει ακόμα πιο ψηλά, έδωσε λοιπόν όλη του τη δύναμη στα φτερά του και ανέβηκε, ανέβηκε, μέχρι που έφτασε σε ένα τόσο ψηλό σημείο που η γή άρχισε να μοιάζει με σφαίρα. Τότε είδε ένα θέαμα μοναδικό που τον άφησε άναυδο. Ένα μεγάλο παλάτι αντίκρυσε να αιωρείται στο κενό, ένα τεράστιο κρυστάλλινο κτίριο που καθώς το άγγιζαν οι ακτίνες του ήλιου το έκαναν να αστράφτει. Για λίγο ανησύχησε, σχεδόν έχασε το θάρρος του, μα γρήγορα το ξαναβρήκε και αποφάσισε να πετάξει προς τα εκεί. Όσο πλησίαζε η μεγαλοπρέπεια του κτιρίου τον εξέπλητε όλο και πιο πολύ. Ήταν ένα τετράγωνο κτίριο που στην κορυφή του μία σφαίρα τεράστια γυρνούσε με αργό ρυθμό σαν υδρόγειος. Τα παράθυρα του ήταν αμέτρητα ενώ πλατινένια γράμματα μιας άγνωστης γλώσσας στόλιζαν την πρόσοψή του. Στη βάση του, κήποι από γρασίδι και λουλούδια προσέθεταν την τελευταία πινελιά στην τελειότητά του. Προσγειώθηκε επάνω σε ένα μικρό γεφύρι σχηματισμένο από εκατομμύρια σπασμένα και κολλημένα και πάλι κομμάτια γυαλιού και σαστισμένος είδε πως από κάτω ένα μικρό ποταμάκι έρρεε ήρεμα.
-Καλώς ήλθες ταξιδιώτη στο παλάτι της αλήθειας, άκουσε μια φωνή πίσω του να λέει και γύρισε απότομα προς το μέρος της.
Ήταν μια νέα γυναίκα όχι πάνω από τριάντα ετών, με μαλλιά σαν το χρώμα του μελιού και τα μάτια της ήταν τόσο μπλέ, που έμοιαζαν να έχουν φυλακίσει λίγο από τον ουρανό μέσα τους. Φορούσε ένα ολόλευκο μακρύ φόρεμα και το ύφος της εξέπεμπε μια αρχοντιά μοναδική.
-Ποιά είσαι τί είναι αυτό το μέρος, της είπε ο ταξιδιώτης με φωνή σχεδόν τρομαγμένη.
Εκείνη απλά χαμογέλασε και με ήρεμες κινήσεις έβγαλε από μία μυστική τσέπη στο φόρεμά της ένα ολόλευκο κλειδί και το έτεινε προς το μέρος του.
-Αυτό εδώ είναι το κλειδί της εμπειρίας του είπε, με αυτό ανοίγουν όλες οι πόρτες του παλατιού, μπορείς να το πάρεις και να εξερευνήσεις το παλάτι, όμως μόνο αν είσαι δυνατός και αποφασισμένος να κάνεις αυτό το ταξίδι. Είναι ένα ταξίδι διαφορετικό από τα άλλα, μία περιήγηση μέσα στα πιο μυστικά δωμάτια της ψυχής σου που το παλάτι θα σε βοηθήσει να δεις.
Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, τα γεγονότα αυτής της μέρας τον έκαναν να αρχίζει να πιστεύει πως τρελαίνεται. Μέσα του όμως μια φωνή τον πρόσταζε να τολμήσει και καθώς κοίταξε μέσα στα μάτια της, σαν μαγεμένος πήρε την απόφαση να πάρει το κλειδί. Ήταν ένα μικρό λευκό κλειδί από εκείνα περασμένων εποχών με σκαλίσματα στην κορυφή του, μα όταν το έπιασε στα χέρια του ένοιωσε ένα ξαφνικό βάρος και παραλίγο να του πέσει στο γρασίδι. Εκείνη το αντιλήφθηκε και χαμογέλασε συγκαταβατικά, - Το βάρος της αλήθειας ζει και μέσα στο κλειδί ταξιδιώτη, μην ανησυχείς όσο την ανακαλύπτεις όμως εκείνο σιγά σιγά θα εξαφανίζεται.
-Ακολούθησε με........ είπε και ξεκίνησε προς την μεγάλη κρυστάλλινη πύλη που την άγγιξε απαλά, και η μεγάλη θύρα σαν υποταγμένο θηρίο υποχώρησε προς τα πίσω αφήνοντας την εικόνα του εσωτερικού να αγγίξει τα μάτια τους. Βάδισαν προς τα μέσα και το θέαμα ήταν για εκείνον κάτι ακόμα πιο παράξενο. Ένας στενός διάδρομος απλωνόταν μπροστά τους και δύο πόρτες διακρίνονταν λίγο παραπέρα. Δύο μικρές σε σχέση με την κεντρική πύλη πόρτες που η καθεμία είχε επάνω της ένα γράμμα σε κάποια γλώσσα τόσο παλιά που κανείς δεν πρέπει να θυμόταν.
-Στη δεξιά πόρτα ταξιδιώτη είπε η γυναίκα, είναι ο δύσκολος δρόμος με το κακό μονοπάτι μα με την αλήθεια στο τέλος να λάμπει νικηφόρα. Η αριστερή πόρτα είναι η εύκολη λύση που αν την ακολουθήσεις αυτή η περιπέτειά σου θα λήξει αμέσως. Είναι η τελευταία σου ευκαιρία ταξιδιώτη, σκέψου συνετά. Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια, γύρισε την πλάτη της και χάθηκε σε ένα μυστικό διάδρομο που δεν είχε διακρίνει προηγουμένος. Βρισκόταν λοιπόν ολομόναχος απέναντι από δύο κλειστές πόρτες με το βαρύ κλειδί στο χέρι του και με μια πιο βαριά απόφαση στην καρδιά του. Πλησίασε το κλειδί στην υποδοχή της κλειδαριάς το στριφογύρισε μέσα της και έκλεισε τα μάτια του καθώς άκουγε μεταλλικούς μηχανισμούς να δουλεύουν και το βάρος της πόρτας να υποχωρεί. Με το πρώτο βήμα που έκανε ένοιωσε να πέφτει με ταχύτητα στο κενό. Προσπάθησε να κουνήσει τα φτερά του μα είχαν χαθεί από την πλάτη του. Έκλεισε τα μάτια φοβισμένος και άκουσε το σώμα του να κάνει θόρυβο καθώς χτυπούσε στο γρασίδι. Μετά σκοτάδι... τη συνέχεια την ξέρετε.
Γι αυτό ίσως καμιά φορά να είναι καλύτερο να προτιμάμε το δύσκολο δρόμο γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε τα φτερά από την πλάτη σου μπορεί να χαθούν για πάντα. Αφιερωμένο σε όσους δεν εκτίμησαν ποτέ το δύσκολο μονοπάτι, μα και σε όσους δεν εξερεύνησαν ποτέ το βασίλειο της αλήθειας. Καλό σας βράδυ.
Πετούσε επάνω στα σύννεφα και το χαμόγελό του το έκανε η δύναμη του ανέμου ακόμα πιο πλατύ. Δεν φοβόταν το ύψος, δεν φοβόταν τίποτα, ένοιωθε απαλλαγμένος από φόβους, ανασφάλειες, ανησυχίες.... ήταν αληθινά ελεύθερος. Χωρίς μηχανικά μέσα έσκιζε τον αέρα με το σώμα του και ένοιωθε υπέροχα. Στην πλάτη του δύο μεγάλα φτερά τον έκαναν να πετάει ψηλά και άφηναν καθώς ανοιγαν και έκλειναν, ένα θόρυβο μελωδικό στα αυτιά του. Όλα έμοιαζαν διαφορετικά, η δύναμη άφθονη μέσα του τον έκανε να νοιώθει βασιλιάς καθώς ατένιζε τη Γή από τόσο ψηλά. Ξαφνικά έπαρση γέμισε την ψυχή του και θέλησε να φτάσει ακόμα πιο ψηλά, έδωσε λοιπόν όλη του τη δύναμη στα φτερά του και ανέβηκε, ανέβηκε, μέχρι που έφτασε σε ένα τόσο ψηλό σημείο που η γή άρχισε να μοιάζει με σφαίρα. Τότε είδε ένα θέαμα μοναδικό που τον άφησε άναυδο. Ένα μεγάλο παλάτι αντίκρυσε να αιωρείται στο κενό, ένα τεράστιο κρυστάλλινο κτίριο που καθώς το άγγιζαν οι ακτίνες του ήλιου το έκαναν να αστράφτει. Για λίγο ανησύχησε, σχεδόν έχασε το θάρρος του, μα γρήγορα το ξαναβρήκε και αποφάσισε να πετάξει προς τα εκεί. Όσο πλησίαζε η μεγαλοπρέπεια του κτιρίου τον εξέπλητε όλο και πιο πολύ. Ήταν ένα τετράγωνο κτίριο που στην κορυφή του μία σφαίρα τεράστια γυρνούσε με αργό ρυθμό σαν υδρόγειος. Τα παράθυρα του ήταν αμέτρητα ενώ πλατινένια γράμματα μιας άγνωστης γλώσσας στόλιζαν την πρόσοψή του. Στη βάση του, κήποι από γρασίδι και λουλούδια προσέθεταν την τελευταία πινελιά στην τελειότητά του. Προσγειώθηκε επάνω σε ένα μικρό γεφύρι σχηματισμένο από εκατομμύρια σπασμένα και κολλημένα και πάλι κομμάτια γυαλιού και σαστισμένος είδε πως από κάτω ένα μικρό ποταμάκι έρρεε ήρεμα.
-Καλώς ήλθες ταξιδιώτη στο παλάτι της αλήθειας, άκουσε μια φωνή πίσω του να λέει και γύρισε απότομα προς το μέρος της.
Ήταν μια νέα γυναίκα όχι πάνω από τριάντα ετών, με μαλλιά σαν το χρώμα του μελιού και τα μάτια της ήταν τόσο μπλέ, που έμοιαζαν να έχουν φυλακίσει λίγο από τον ουρανό μέσα τους. Φορούσε ένα ολόλευκο μακρύ φόρεμα και το ύφος της εξέπεμπε μια αρχοντιά μοναδική.
-Ποιά είσαι τί είναι αυτό το μέρος, της είπε ο ταξιδιώτης με φωνή σχεδόν τρομαγμένη.
Εκείνη απλά χαμογέλασε και με ήρεμες κινήσεις έβγαλε από μία μυστική τσέπη στο φόρεμά της ένα ολόλευκο κλειδί και το έτεινε προς το μέρος του.
-Αυτό εδώ είναι το κλειδί της εμπειρίας του είπε, με αυτό ανοίγουν όλες οι πόρτες του παλατιού, μπορείς να το πάρεις και να εξερευνήσεις το παλάτι, όμως μόνο αν είσαι δυνατός και αποφασισμένος να κάνεις αυτό το ταξίδι. Είναι ένα ταξίδι διαφορετικό από τα άλλα, μία περιήγηση μέσα στα πιο μυστικά δωμάτια της ψυχής σου που το παλάτι θα σε βοηθήσει να δεις.
Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, τα γεγονότα αυτής της μέρας τον έκαναν να αρχίζει να πιστεύει πως τρελαίνεται. Μέσα του όμως μια φωνή τον πρόσταζε να τολμήσει και καθώς κοίταξε μέσα στα μάτια της, σαν μαγεμένος πήρε την απόφαση να πάρει το κλειδί. Ήταν ένα μικρό λευκό κλειδί από εκείνα περασμένων εποχών με σκαλίσματα στην κορυφή του, μα όταν το έπιασε στα χέρια του ένοιωσε ένα ξαφνικό βάρος και παραλίγο να του πέσει στο γρασίδι. Εκείνη το αντιλήφθηκε και χαμογέλασε συγκαταβατικά, - Το βάρος της αλήθειας ζει και μέσα στο κλειδί ταξιδιώτη, μην ανησυχείς όσο την ανακαλύπτεις όμως εκείνο σιγά σιγά θα εξαφανίζεται.
-Ακολούθησε με........ είπε και ξεκίνησε προς την μεγάλη κρυστάλλινη πύλη που την άγγιξε απαλά, και η μεγάλη θύρα σαν υποταγμένο θηρίο υποχώρησε προς τα πίσω αφήνοντας την εικόνα του εσωτερικού να αγγίξει τα μάτια τους. Βάδισαν προς τα μέσα και το θέαμα ήταν για εκείνον κάτι ακόμα πιο παράξενο. Ένας στενός διάδρομος απλωνόταν μπροστά τους και δύο πόρτες διακρίνονταν λίγο παραπέρα. Δύο μικρές σε σχέση με την κεντρική πύλη πόρτες που η καθεμία είχε επάνω της ένα γράμμα σε κάποια γλώσσα τόσο παλιά που κανείς δεν πρέπει να θυμόταν.
-Στη δεξιά πόρτα ταξιδιώτη είπε η γυναίκα, είναι ο δύσκολος δρόμος με το κακό μονοπάτι μα με την αλήθεια στο τέλος να λάμπει νικηφόρα. Η αριστερή πόρτα είναι η εύκολη λύση που αν την ακολουθήσεις αυτή η περιπέτειά σου θα λήξει αμέσως. Είναι η τελευταία σου ευκαιρία ταξιδιώτη, σκέψου συνετά. Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια, γύρισε την πλάτη της και χάθηκε σε ένα μυστικό διάδρομο που δεν είχε διακρίνει προηγουμένος. Βρισκόταν λοιπόν ολομόναχος απέναντι από δύο κλειστές πόρτες με το βαρύ κλειδί στο χέρι του και με μια πιο βαριά απόφαση στην καρδιά του. Πλησίασε το κλειδί στην υποδοχή της κλειδαριάς το στριφογύρισε μέσα της και έκλεισε τα μάτια του καθώς άκουγε μεταλλικούς μηχανισμούς να δουλεύουν και το βάρος της πόρτας να υποχωρεί. Με το πρώτο βήμα που έκανε ένοιωσε να πέφτει με ταχύτητα στο κενό. Προσπάθησε να κουνήσει τα φτερά του μα είχαν χαθεί από την πλάτη του. Έκλεισε τα μάτια φοβισμένος και άκουσε το σώμα του να κάνει θόρυβο καθώς χτυπούσε στο γρασίδι. Μετά σκοτάδι... τη συνέχεια την ξέρετε.
Γι αυτό ίσως καμιά φορά να είναι καλύτερο να προτιμάμε το δύσκολο δρόμο γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε τα φτερά από την πλάτη σου μπορεί να χαθούν για πάντα. Αφιερωμένο σε όσους δεν εκτίμησαν ποτέ το δύσκολο μονοπάτι, μα και σε όσους δεν εξερεύνησαν ποτέ το βασίλειο της αλήθειας. Καλό σας βράδυ.
Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009
Ποιηματάκι...
Όταν τα μάτια σου κοιτάξουν θολωμένα, κι όταν οι σκέψεις σου σε μαύρο σε βυθίζουν
εγώ θα είμαι εκεί να αλλάζω δεεδομένα, κι όλα τα αστέρια θα το δείς ξανά γυρίζουν.
--
Όταν τις νύχτες που κοιμάσαι και φοβάσαι, πως τέρατα απ' τα παλιά θα σε πληγώσουν
εγώ θα σε κρατώ σφιχτά για να θυμάσαι,στρατιώτες της αγάπης μου έρχονται να σε σώσουν
--
Όταν ο κόσμος φωνάζει και σε τρομάζει, μην ταραχτείς γιατί εγώ είμαι μαζί σου
βλέπεις ο αφελής εύκολα σε δικάζει, μα εγώ πάντα θα είμαι η ψυχή σου.
--
Κι όταν τα χρόνια θα περάσουν και θα αλλάξεις, εγώ θα είμαι εκεί για πάντα ίδιος
να σε φωτίζω όταν η νύχτα σε τυλίγει, σαν λαμπερός δικός σου πάντα ήλιος...
Στη Σοφία μου που δεν ξέρω γιατί αλλά εξακολουθεί να με αντέχει ακόμα.
εγώ θα είμαι εκεί να αλλάζω δεεδομένα, κι όλα τα αστέρια θα το δείς ξανά γυρίζουν.
--
Όταν τις νύχτες που κοιμάσαι και φοβάσαι, πως τέρατα απ' τα παλιά θα σε πληγώσουν
εγώ θα σε κρατώ σφιχτά για να θυμάσαι,στρατιώτες της αγάπης μου έρχονται να σε σώσουν
--
Όταν ο κόσμος φωνάζει και σε τρομάζει, μην ταραχτείς γιατί εγώ είμαι μαζί σου
βλέπεις ο αφελής εύκολα σε δικάζει, μα εγώ πάντα θα είμαι η ψυχή σου.
--
Κι όταν τα χρόνια θα περάσουν και θα αλλάξεις, εγώ θα είμαι εκεί για πάντα ίδιος
να σε φωτίζω όταν η νύχτα σε τυλίγει, σαν λαμπερός δικός σου πάντα ήλιος...
Στη Σοφία μου που δεν ξέρω γιατί αλλά εξακολουθεί να με αντέχει ακόμα.
Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009
Ένα απόγευμα...ένας φόβος και μία ερώτηση...
...και φοβάμαι....μη περάσει η ζωή κι έχω μόνο σιωπή....να θυμάμαι.... (Β.Παππακωνσταντίνου, Στο καλό να πας.)
Για όσους φοβούνται μη περάσει η ζωή τους και δεν έχουν πραγματικά τίποτα σημαντικό για να θυμούνται, καμία στιγμή μαγική, κανένα όνειρο που έκαψε τη σάρκα και το σώμα τους, είναι αφιερωμένη η σημερινή ανάρτηση. Για όλους εκείνους που πάντα έλεγαν πως μια μέρα θα κάνουν τη διαφορά, πως μια μέρα θα ξεκινήσουν μία νέα ζωή αλλά ποτέ δεν το έκαναν ή απλά το έκαναν χωρίς να το καταλάβουν. Σε όλες εκείνες τις επιθυμίες και τα όνειρα που ποτέ δεν κατάφεραν να υλοποιηθούν γιατί απλά η αναβλητικότητα ή ο φόβος εμπόδισε και σε όλα εκείνα που πραγματοποιήθηκαν γεμίζοντας πυροτεχνήματα την καθημερινότητά μας.
Τι όμως πραγματικά μπορεί να είναι άξιο για να θυμόμαστε όταν πλέον θα έχει περάσει η ζωή και το μόνο που θα μας κρατάει ακόμα ζωντανούς θα είναι οι μνήμες από εποχές άλλες;
Κάποτε ήταν δύο παππούδες σε ένα γηροκομείο. Κάθε μέρα παρατηρούσαν τους υπόλοιπους που γκρίνιαζαν και γεμάτοι αρνητικότητα πρόσμεναν το θάνατο. Μονάχα εκείνοι οι δύο από τόσους και τόσους χαμογελούσαν και έδειχναν να απολαμβάνουν τις τελευταίες εκείνες σταγόνες από το ποτήρι της ζωής τους. Μια μέρα μια νοσοκόμα τους πλησίασε απορρημένη και τους ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο, πως κι εκείνοι διαφέρουν από τους υπόλοιπους . -Εμείς την έχουμε ζήσει τη ζωή μας στο μέγιστο, της απάντησε ο ένας από τους δύο, με τον άλλο παππού να κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του. -Έχουμε ζήσει εμπειρίες όμορφες, έχουμε ταξιδέψει και έχουμε κοιμηθεί με ολόκληρη στρατιά γυναικών. Έχουμε οδηγήσει γρήγορα για την εποχή μας αυτοκίνητα και έχουμε πετύχει τους περισσότερους από τους στόχους που είχαμε θέσει στη ζωή μας. Η νοσοκόμα ενθουσιασμένη τους ευχαρίστησε για την πληροφορία που εξέλαβε ως συμβουλή και γύρισε ευχαριστημένη στη δουλειά της. Από εκείνο το πρωί αποφάσισε να ζήσει έντονα κι εκείνη τη ζωή της. Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα και η άλλοτε νέα νοσοκόμα πριν καλά καλά το καταλάβει, τα γεράματα άρχισαν να εξουσιάζουν το κορμί και την ψυχή της. ΔΕν άργησε λοιπόν γρήγορα να αποχαιρετήσει και τις τελευταίες τις δυνάμεις και σύντομα βρήκε καταφύγιο κι εκείνη στο γηροκομείο που άλλοτε δούλευε και που τα παιδιά του τότε αφεντικού της είχαν παραλάβει στα χέρια τους. Καθισμένη λοιπόν μια ανοιξιάτικη μέρα στον κήπο παρατηρούσε με τη σειρά της τους υπόλοιπους ηλικιωμένους να έχουν μόνιμα συννεφιασμένο βλέμμα και δύστροπη συμπεριφορά. Εκείνη χαμογελούσε όμως και ευχαριστημένη θυμόταν την όμορφη ζωή που είχε περάσει χάρη στη συμβουλή εκείνων τον παππούδων όταν ακόμα ήταν νέα. Είχε ζήσει από εκείνη τη μέρα έντονα, είχε απολαύσει κάθε είδους ηδονή, είχε χαρίσει στον εαυτό της όμορφα πράγματα η εναλλαγή τόσων εραστών και τα ταξίδια που της χάριζε ο μισθός από το γηροκομείο είχαν γεμίσει τη μνήμη της με όμορφες εικόνες. Είχε κάθε λόγο να χαμογελά...
Κάπου αλλού, λίγα χιλιόμετρα πια πέρα από εκεί άλλη μία ηλικιωμένη γυναίκα, λίγες στιγμές πριν αποχαιρετίσει για πάντα τον κόσμο μας, ευχαριστούσε ένα ένα τα μέλη της οικογένειάς της για τις όμορφες στιγμές που της χάρισαν. Ευχαρίστησε πρώτα τον άνδρα της που στάθηκε πάντα πιστός στο πλευρό της, σύντροφος και φίλος, σε κάθε στιγμή της ζωής της. Ευχαρίστησε τα δύο της παιδιά που την έκαναν υπερήφανη με τις λαμπρές πορείες που διάλεξαν στη ζωή τους και τέλος έσφιξε με τις τελευταίες δυνάμεις που της απέμειναν τα τέσσερα εγκόνια της, που όπως είπε πριν η τελευταία της πνοή εγκαταλείψει για πάντα το κορμί της, την έκαναν να ξανεγεννηθεί στα εβδομήντα της....... Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ πέρα από τα όρια της πόλης της και ο μόνος εραστής που γνώρισε ποτέ ήταν ο σύζυγός της. Δεν μέθυσε ποτέ και ούτε πήγε στα καλύτερα πάρτυ. Το τελευταίο της χαμόγελο όμως έμοιαζε πιο πλατύ από όλων των παραπάνω.
¨Οπως βλέπουμε το πως βλέπει ο κάθε ένας από εμάς το τι σημαίνει γεμάτη ή άδεια ζωή, είναι εντελώς υποκειμενικό. Τα συμπεράσματα και ο δρόμος που θα χαράξετε δικός σας. Όπως και να χει εύχομαι το ταξίδι μας να είναι όμορφο. Καλό απόγευμα...
Για όσους φοβούνται μη περάσει η ζωή τους και δεν έχουν πραγματικά τίποτα σημαντικό για να θυμούνται, καμία στιγμή μαγική, κανένα όνειρο που έκαψε τη σάρκα και το σώμα τους, είναι αφιερωμένη η σημερινή ανάρτηση. Για όλους εκείνους που πάντα έλεγαν πως μια μέρα θα κάνουν τη διαφορά, πως μια μέρα θα ξεκινήσουν μία νέα ζωή αλλά ποτέ δεν το έκαναν ή απλά το έκαναν χωρίς να το καταλάβουν. Σε όλες εκείνες τις επιθυμίες και τα όνειρα που ποτέ δεν κατάφεραν να υλοποιηθούν γιατί απλά η αναβλητικότητα ή ο φόβος εμπόδισε και σε όλα εκείνα που πραγματοποιήθηκαν γεμίζοντας πυροτεχνήματα την καθημερινότητά μας.
Τι όμως πραγματικά μπορεί να είναι άξιο για να θυμόμαστε όταν πλέον θα έχει περάσει η ζωή και το μόνο που θα μας κρατάει ακόμα ζωντανούς θα είναι οι μνήμες από εποχές άλλες;
Κάποτε ήταν δύο παππούδες σε ένα γηροκομείο. Κάθε μέρα παρατηρούσαν τους υπόλοιπους που γκρίνιαζαν και γεμάτοι αρνητικότητα πρόσμεναν το θάνατο. Μονάχα εκείνοι οι δύο από τόσους και τόσους χαμογελούσαν και έδειχναν να απολαμβάνουν τις τελευταίες εκείνες σταγόνες από το ποτήρι της ζωής τους. Μια μέρα μια νοσοκόμα τους πλησίασε απορρημένη και τους ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο, πως κι εκείνοι διαφέρουν από τους υπόλοιπους . -Εμείς την έχουμε ζήσει τη ζωή μας στο μέγιστο, της απάντησε ο ένας από τους δύο, με τον άλλο παππού να κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του. -Έχουμε ζήσει εμπειρίες όμορφες, έχουμε ταξιδέψει και έχουμε κοιμηθεί με ολόκληρη στρατιά γυναικών. Έχουμε οδηγήσει γρήγορα για την εποχή μας αυτοκίνητα και έχουμε πετύχει τους περισσότερους από τους στόχους που είχαμε θέσει στη ζωή μας. Η νοσοκόμα ενθουσιασμένη τους ευχαρίστησε για την πληροφορία που εξέλαβε ως συμβουλή και γύρισε ευχαριστημένη στη δουλειά της. Από εκείνο το πρωί αποφάσισε να ζήσει έντονα κι εκείνη τη ζωή της. Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα και η άλλοτε νέα νοσοκόμα πριν καλά καλά το καταλάβει, τα γεράματα άρχισαν να εξουσιάζουν το κορμί και την ψυχή της. ΔΕν άργησε λοιπόν γρήγορα να αποχαιρετήσει και τις τελευταίες τις δυνάμεις και σύντομα βρήκε καταφύγιο κι εκείνη στο γηροκομείο που άλλοτε δούλευε και που τα παιδιά του τότε αφεντικού της είχαν παραλάβει στα χέρια τους. Καθισμένη λοιπόν μια ανοιξιάτικη μέρα στον κήπο παρατηρούσε με τη σειρά της τους υπόλοιπους ηλικιωμένους να έχουν μόνιμα συννεφιασμένο βλέμμα και δύστροπη συμπεριφορά. Εκείνη χαμογελούσε όμως και ευχαριστημένη θυμόταν την όμορφη ζωή που είχε περάσει χάρη στη συμβουλή εκείνων τον παππούδων όταν ακόμα ήταν νέα. Είχε ζήσει από εκείνη τη μέρα έντονα, είχε απολαύσει κάθε είδους ηδονή, είχε χαρίσει στον εαυτό της όμορφα πράγματα η εναλλαγή τόσων εραστών και τα ταξίδια που της χάριζε ο μισθός από το γηροκομείο είχαν γεμίσει τη μνήμη της με όμορφες εικόνες. Είχε κάθε λόγο να χαμογελά...
Κάπου αλλού, λίγα χιλιόμετρα πια πέρα από εκεί άλλη μία ηλικιωμένη γυναίκα, λίγες στιγμές πριν αποχαιρετίσει για πάντα τον κόσμο μας, ευχαριστούσε ένα ένα τα μέλη της οικογένειάς της για τις όμορφες στιγμές που της χάρισαν. Ευχαρίστησε πρώτα τον άνδρα της που στάθηκε πάντα πιστός στο πλευρό της, σύντροφος και φίλος, σε κάθε στιγμή της ζωής της. Ευχαρίστησε τα δύο της παιδιά που την έκαναν υπερήφανη με τις λαμπρές πορείες που διάλεξαν στη ζωή τους και τέλος έσφιξε με τις τελευταίες δυνάμεις που της απέμειναν τα τέσσερα εγκόνια της, που όπως είπε πριν η τελευταία της πνοή εγκαταλείψει για πάντα το κορμί της, την έκαναν να ξανεγεννηθεί στα εβδομήντα της....... Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ πέρα από τα όρια της πόλης της και ο μόνος εραστής που γνώρισε ποτέ ήταν ο σύζυγός της. Δεν μέθυσε ποτέ και ούτε πήγε στα καλύτερα πάρτυ. Το τελευταίο της χαμόγελο όμως έμοιαζε πιο πλατύ από όλων των παραπάνω.
¨Οπως βλέπουμε το πως βλέπει ο κάθε ένας από εμάς το τι σημαίνει γεμάτη ή άδεια ζωή, είναι εντελώς υποκειμενικό. Τα συμπεράσματα και ο δρόμος που θα χαράξετε δικός σας. Όπως και να χει εύχομαι το ταξίδι μας να είναι όμορφο. Καλό απόγευμα...
Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2009
Διαφορετικές εκλογές...
Οδηγώ και ακούω κορναρίσματα στο δρόμο, κοιτάζω από τον καθρέφτη μου και βλέπω ένα αυτοκίνητο που γύρω του προεξέχουν σημαίες του πασόκ να κορνάρει με μανία, ενώ χέρια υψώνονται από την ηλιοροφή του σχηματίζοντας το σήμα της νίκης. Αναρωτιέμαι και ξαφνικά θυμάμαι... ήταν μέρα εκλογών, συνεπώς νίκησε το πασόκ για να πανηγυρίζουν. Περνώντας από μία κεντρική λεωφόρο κάπου στο ύψος της θηβών, συναντώ ένα γραφείο του πασόκ ξανά, γεμάτο κόσμο στο μπαλκόνι του, με έντονη μουσική να ακούγεται μέχρι το δρόμο και ανθρώπους που τσουγκρίζοντας ποτήρια, προφανώς γιορτάζουν την εκλογική νίκη του κόμματός τους.
Χαμογελώ, χαίρομαι που οι άνθρωποι μπορούμε ακόμα να χαιρόμαστε με κάτι τόσο αστεία και εύκολα ανατρέψιμο όπως οι εκλογικές νίκες. Θυμάμαι στο πρόσφατο παρελθόν, στο δρόμο να ανεμίζουν γαλάζιες σημαίες και ανθρώπους να γιορτάζουν τότε τη νίκη της νέας δημοκρατίας ,τόσο χαρούμενοι....Χαμογελώ ξανά...
Δεν χαίρομαι ούτε λυπάμαι με το εκλογικό αποτέλεσμα, με αφήνει παγερά αδιάφορο, σαν να γνωρίζω εξ αρχής πως η παράσταση είναι μία και απλά κάθε τόσο οι κωμικοί αλλάζουν, έτσι απλά για να μη βαριέται ο θεατής -πολίτης τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα ποτέ να ενταχθώ σε ένα κόμμα, αν θα μπορούσα ποτέ να εκφραστώ μέσα από ένα σημαιάκι, μέσα από ένα χρώμα. Χαμογελώ ξανά... μάλλον όχι.
Ψηφίζω λοιπόν ακόμα, με χέρι σταθερό και αποφασιστικότητα το μόνο κόμμα που μπορώ να πω πως με αγγίζει, εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα και που αν υπήρχε θα το ονόμαζαν ίσως...ένωση ελεύθερης σκέψης ή κίνημα αγάπης και τρέλας. Καλή σας μέρα και εύχομαι αν ποτέ βρω τη δύναμη να ιδρύσω το δικό μου κόμμα εσείς οι αναγνώστες μου να με ψηφίσετε με χαρά . Και ποιος ξέρει, ίσως η τρέλα μου να μπορέσει να σώσει τον κόσμο αν τελικά εκλεγώ. Καλή εβδομάδα...
Χαμογελώ, χαίρομαι που οι άνθρωποι μπορούμε ακόμα να χαιρόμαστε με κάτι τόσο αστεία και εύκολα ανατρέψιμο όπως οι εκλογικές νίκες. Θυμάμαι στο πρόσφατο παρελθόν, στο δρόμο να ανεμίζουν γαλάζιες σημαίες και ανθρώπους να γιορτάζουν τότε τη νίκη της νέας δημοκρατίας ,τόσο χαρούμενοι....Χαμογελώ ξανά...
Δεν χαίρομαι ούτε λυπάμαι με το εκλογικό αποτέλεσμα, με αφήνει παγερά αδιάφορο, σαν να γνωρίζω εξ αρχής πως η παράσταση είναι μία και απλά κάθε τόσο οι κωμικοί αλλάζουν, έτσι απλά για να μη βαριέται ο θεατής -πολίτης τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα ποτέ να ενταχθώ σε ένα κόμμα, αν θα μπορούσα ποτέ να εκφραστώ μέσα από ένα σημαιάκι, μέσα από ένα χρώμα. Χαμογελώ ξανά... μάλλον όχι.
Ψηφίζω λοιπόν ακόμα, με χέρι σταθερό και αποφασιστικότητα το μόνο κόμμα που μπορώ να πω πως με αγγίζει, εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα και που αν υπήρχε θα το ονόμαζαν ίσως...ένωση ελεύθερης σκέψης ή κίνημα αγάπης και τρέλας. Καλή σας μέρα και εύχομαι αν ποτέ βρω τη δύναμη να ιδρύσω το δικό μου κόμμα εσείς οι αναγνώστες μου να με ψηφίσετε με χαρά . Και ποιος ξέρει, ίσως η τρέλα μου να μπορέσει να σώσει τον κόσμο αν τελικά εκλεγώ. Καλή εβδομάδα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)